Recent Posts

Archive

Tags

ΒΑΡΗΚΟΙΑ

Η ομιλία και η ακοή, μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε με το κοινωνικό σύνολο. Μείωση της ακουστικής ικανότητας ενός ατόμου προκαλεί προβλήματα στην επικοινωνία του. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί το άτομο σε αποξένωση και μοναχικότητα. Συχνά αποφεύγει κοινωνικές εκδηλώσεις και επαφές με τους οικείους. Ο βαρήκοος αδυνατεί κάποιες φορές να αντιληφθεί τα όσα συζητούν οι συνομιλητές του και ζητά να επαναλαμβάνουν τις φράσεις τους, οπότε γίνεται κουραστικός για τους άλλους και για τον ίδιο. Άλλες φορές πάλι, λόγω αναστολής ή ντροπής, αποχωρεί από τη συζήτηση για να κρύψει την αδυναμία του. Καθημερινές ασχολίες τόσο στην προσωπική ζωή του ασθενούς όσο και στην εργασία του, καθίστανται δυσχερείς. Αναγκάζεται να αυξάνει την ένταση της τηλεόρασης ή του ραδιοφώνου με αποτέλεσμα να ενοχλεί τους γύρω του, ενώ στον εργασιακό χώρο η δυσκολία επικοινωνίας παρεμποδίζει την συνεργασία με τους συναδέλφους του. Είναι γεγονός πως όλες οι δυσμενείς επιπτώσεις που οφείλονται σε διαταραχή της ακοής, έχουν αντίκτυπο στην ψυχολογία του ασθενούς, που μπορεί να φτάσει μέχρι την εκδήλωση κατάθλιψης.

Σχέση υπολειμματικής ακοής & ομιλίας :

  • Φυσιολογική ακοή (0-15 dB)

Δεν υπάρχει δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της ομιλίας.

  • Πολύ μικρού βαθμού βαρηκοΐα (15–25 dB)

Μικρή δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της ψιθυριστής ομιλίας.

  • Μικρού βαθμού βαρηκοΐα (25-40 dB)

Δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της ψιθυριστής ομιλίας.

  • Μέτριου βαθμού βαρηκοΐα (40-55 dB)

Δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της συνηθισμένης ομιλίας.

  • Μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (55-70 Db)

Δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της μεγαλόφωνης ομιλίας.

  • Πολύ μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (70-90 dB)

Το άτομο αυτό μπορεί να αντιληφθεί μόνο την πολύ φωναχτή ομιλία με την χρήση ακουστικών βαρηκοΐας, αλλά δεν μπορεί να την κατανοήσει.

  • Πάρα πολύ μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (90-110 dB)

Η ομιλία δεν γίνεται αντιληπτή ακόμα και με την χρήση ακουστικών βαρηκοΐας.

Οι σημαντικότερες αιτίες της κώφωσης είναι:

Η βαρηκοΐα μπορεί να οφείλεται σε κληρονομικά ή συγγενή αίτια, όπως η ατρησία του έξω ακουστικού πόρου. Επίσης, σε διάτρηση του τυμπάνου είτε από επαναλαμβανόμενα επεισόδια μέσης ωτίτιδας (λοίμωξη του μέσου ωτός), είτε από τραυματισμούς (πολύ έντονοι ήχοι, μεταβολές στην πίεση). Φαρμακευτικές ουσίες (κινιδίνη, αμινογλυκοσίδη) έχουν ωτοτοξική δράση. Αλλεργίες και παθήσεις, όπως το ακουστικό νευρίνωμα και η νόσος Meniere συνδέονται με εμφάνιση βαρηκοΐας. Σπανιότερα παρατηρείται η ιδιοπαθής βαρηκοΐα, δηλαδή η αιφνίδια απώλεια ακοής χωρίς γνωστό αίτιο. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε ασθενείς με δυσλειτουργία της ακοής ενδέχεται τελικά να βρεθεί μία απλή απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου, είτε από ξένα σώματα είτε από κυψελιδικό βύσμα (κερί). Το κερί είναι φυσιολογικό έκκριμα του ωτός που παράγεται για την αυτοπροστασία του. Η υπερπαραγωγή ή η πλημμελής απομάκρυνσή του μπορεί να φράξει τον έξω ακουστικό πόρο. Το γήρας και η παρατεταμένη έκθεση σε έντονα θορυβώδες περιβάλλον καταστρέφει τα κύτταρα του κοχλία, με αποτέλεσμα την υπολειπόμενη μετατροπή των ταλαντώσεων σε νευρικές ώσεις. Ο ήχος δεν μεταφέρεται σωστά, ούτε σε ένταση ούτε σε συχνότητα. Οι ηλικιωμένοι είναι η ομάδα πληθυσμού με τον μεγαλύτερο επιπολασμό της νόσου. Τόσο που πολλές φορές η βαρηκοΐα ταυτίζεται με την ηλικία. Η συνήθης αιτία που προσβάλλει αυτήν την ομάδα πληθυσμού είναι η ωτοσκλήρυνση, όπου παρατηρείται καθήλωση του αναβολέα στο σημείο επαφής του με τον κοχλία, λόγω εναπόθεσης αλάτων στον μηχανισμό που εξασφαλίζει την κινητικότητα του κοχλία (ελαστικός σύνδεσμος).

Ανεξαρτήτως πάντως αιτίου, η κληρονομικότητα φαίνεται να κατέχει σημαντικό ρόλο.

…στα αίτια περιλαμβάνονται επίσης:

  • η ερυθρά, αν νοσήσει η μητέρα κατά την εγκυμοσύνη.

  • η ασυμβατότητα αίματος μητέρας παιδιού.

  • άλλες περιπλοκές συσχετιζόμενες με προωρότητα, η ανοξία του εμβρύου σε περιπτώσεις παράτασης του τοκετού.

  • οι κακώσεις κατά τον τοκετό.

  • η εμφάνιση πυρηνικού ίκτερου μετά τη γέννηση του παιδιού.

  • η χρήση ωτοτοξικών φαρμάκων.

  • παθήσεις μη κληρονομικές.

  • περιπτώσεις τραυματισμών.

Γλωσσικά Χαρακτηριστικά

Στην βαρηκοΐα , συνήθως, παρουσιάζονται προβλήματα στην κατανόηση του λόγου, καθυστέρηση λόγου και ομιλίας, διαταραχές άρθρωσης και προβλήματα προσωδίας. Η ανάπτυξη της ομιλούμενης γλώσσας είναι διαφορετική στο κωφό παιδί απ’ ότι στο ακούον παιδί. Τα κωφά παιδιά αναπτύσσουν αισθητηριοκινητικές δομές χρησιμοποιώντας την όραση και την αφή, διότι δεν λαμβάνουν ακουστικά ερεθίσματα. Επομένως, είναι δύσκολο να κατακτηθεί η γλώσσα και η προφορική ομιλία είναι αρκετά περιορισμένη. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στον τομέα της ανάπτυξης της γλώσσας. Σύμφωνα με την Λαμπροπούλου (1993) τα γλωσσικά χαρακτηριστικά που παρατηρούνται είναι:

  1. Σπάνια χρήση πολύπλοκων προτάσεων.

  2. Αρκετά μικρό μήκος προτάσεων.

  3. Σπάνια χρήση αντωνυμιών, βοηθητικών ρημάτων, συνδέσμων και παθητική φωνή.

  4. Συχνότερη χρήση ουσιαστικών και ρημάτων.

  5. Προσθήκες ή παραλήψεις λέξεων, οι οποίες είτε είναι λάθος είτε δεν χρειάζονται.

  6. Παραλήψεις άρθρων, προσδιορισμών και προθέσεων.

  7. Αρκετά λάθη στην σύνταξη των προτάσεων.

  8. Επιπλέον, παρατηρείται: περιορισμένο λεξιλόγιο και δυσκολία στην κατανοήση ιδιωματισμών, μεταφορών και αφηρημένων εννοιών. Η ομιλία είναι μονότονη, δεν έχει ροή και καταληπτότητα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία της βαρηκοΐας εξαρτάται από το αίτιο και το βαθμό βαρύτητας της νόσου. Περιπτώσεις μη αναστρέψιμης βαρηκοΐας, αντιμετωπίζονται με τη χρήση βοηθημάτων ακοής, όπου κρίνεται απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό. Στις αναστρέψιμες μορφές βαρηκοΐας αντιμετωπίζεται, όπου είναι εφικτό, ο βλαπτικός παράγοντας:

  • Χειρουργική αποκατάσταση τυμπανοπλαστική στην ωτοσκλήρυνση.

  • Χρήση αντιφλεγμονωδών και αντιβιοτικών φαρμάκων για αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

  • Αποκατάσταση των τραυματικών κακώσεων συρραφή ρήξης τυμπάνου.

  • Αφαίρεση ξένων σωμάτων σε μηχανική απόφραξη.

  • Εφαρμογή εξειδικευμένων μεθόδων για την αντιμετώπιση συγγενών ανωμαλιών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Di Carlo IM. The deaf. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall, 1964.Δανιηλίδης Ι. Κλινική ωτορινολαρυγγολογία και στοιχεία χειρουργικής κεφαλής και τραχήλου. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2002

  • Ruben RJ. Language and the plastic brain. In Van De Water TR, Staecker H (eds.): Otolaryngology. Basic science and clinical review. New York, USA: Thieme, 2006.

  • www.doctorshospital.gr