αισθηση ανηκειν.png

 Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ «ΑΝΗΚΕΙΝ»  

Βασιλίνα Γαλανοπούλου - Ψυχολόγος

Ο άνθρωπος ως υποκείμενο, από τη στιγμή της σύλληψης του, πριν ακόμα γεννηθεί, αρχίζει να «ανήκει»μέσα στον κόσμο. Εισέρχεται μέσω των προβολών των γονιών του, καθώς μιλάνε, φαντάζονται για εκείνο πως θα είναι και δημιουργούν προσδοκίες, εντάσσοντάς το με έναν συμβολικό τρόπο στην οικογένεια και στην κοινωνία. Γίνεται μέλος της οικογένειας του, κατοχυρώνοντας τη θέση του με τη γέννηση του. Το βρέφος έχει την ανάγκη να αισθανθεί φροντίδα, αγάπη και ασφάλεια. Απευθύνεται στο πρόσωπο φροντίδας, αναζητώντας σε ένα πρώτο επίπεδο την ικανοποίηση των αναγκών του. Αν ανταποκριθεί το πρόσωπο αναφοράς,μέσω του βλέμματος, της φωνής και του καθρεφτίσματος, αρχίζει μια αλληλοεπίδραση μέσα από την οποία το βρέφος αναπτύσσει την αίσθηση πως ανήκει κάπου, πως είναι αποδεκτό, διαμορφώνοντας την εικόνα του εαυτού και του σώματος του. 

Το βρέφος απευθύνει ένα αίτημα αγάπης στον άλλονμέσω της ετερότητας του. Είναι σημαντικό για εκείνο να ανταποκριθούν οι γονείς του σε αυτά τα αιτήματα, ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί ψυχικά και να αρχίσει να εντάσσεται μέσα στον κοινωνικό δεσμό. Υπάρχει η ανάγκη να αλληλοεπιδράσει με τον εξωτερικό κόσμο, εισπράττοντας ενδιαφέρον και αγάπη, ώστε να καταφέρει να δομηθεί ψυχικά. 

Στην ψυχολογία, η ανάγκη για διαπροσωπική επαφή αναδύθηκε με διάφορους τρόπους από τον Freud, αν και έτεινε να την παρουσιάζει ως κίνητρο που προέρχεται από τη σεξουαλική ορμή. O Maslow κατέταξε την αγάπη και την ανάγκη του «ανήκειν» στο μέσο της ιεραρχίας των κινήτρων. Πιο συγκεκριμένα, η αίσθηση του «ανήκειν» δεν αναδύεται έως ότου ικανοποιηθούν το φαγητό, η πείνα, η ασφάλεια και οι άλλες βασικές ανάγκες, ενώ υπερισχύουν της εκτίμησης και της αυτοπραγμάτωσης. Η θεωρία του δεσμού του Bowlbyέθεσε την ανάγκη της δημιουργίας και της διατήρησης σχέσεων. Η πρώιμη σκέψη του ακολούθησε το Φροϋδικόμοτίβο όπου οι ανάγκες δεσμού προέρχονται από τη σχέση με τη μητέρα. Έβλεπε την ανάγκη των ενηλίκων για δεσμό σαν μια προσπάθεια αναβίωσης της πρωταρχικής επαφής που είχε το υποκείμενο ως παιδί με την μητέρα του (Baumeister & Leary, 1995). 

Η ανάγκη των ανθρώπων, ως κοινωνικά και έλλογα όντα, για σύναψη σχέσεων, δημιουργία δεσμών και η επιθυμία να ανήκουν σε μια ομάδα, σε ένα περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας. Έχει σημαντικό αντίκτυπο τόσο στην καλή ψυχική όσο και στη σωματική τους κατάσταση. Οι επιζήσαντες από το ολοκαύτωμα ανέφεραν πως αισθανόντουσαν πως δεν ανήκουν πουθενά, οδηγώντας στο συμπέρασμα πως η αίσθηση του «ανήκειν» (belonging) είναι συστατικό ζωτικής σημασίας για την ταυτότητα και τις σχέσεις με τους άλλους. Ο Thoits συμφώνησε με τον Maslow ότι η αίσθηση του «ανήκειν» (belonging) είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη, που ισοδυναμεί με την κοινωνική ενσωμάτωση. Πρόσφατες μελέτες που ερευνούν τη σχέση μεταξύ της κοινωνικής στήριξης και των σωματικών ασθενειών, ιδιαίτερα ανθρώπων με καρδιακές παθήσεις, προτείνουν ότι οι κοινωνικοί δεσμοί και η κοινωνική ενσωμάτωση επιδρούν στη θνησιμότητα (Hagerty & Patusky, 1995). 

Η κοινωνική ένταξη και η ενσωμάτωση σε μια ομάδα σχετίζεται με την καλή αυτοεκτίμηση και τα θετικά συναισθήματα ως προς τον εαυτό. Πολλοί άνθρωποι που αποκλείονται από τον κοινωνικό ιστό και αισθάνονται πως δεν ανήκουν πουθενά, φαίνεται να βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα, όπως άγχος, λύπη, μοναξιά. Το κοινωνικό περιβάλλον φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο για την ένταξη και την αποδοχή του υποκειμένου, καθώς και τη διαμόρφωση της αυτοαξίας του. 

Το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε παίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μιας αίσθησης νοήματος και σταθερότητας στις ζωές μας. Η αίσθηση από το μέρος στο οποίο ζούμε συχνά σχετίζεται με την αίσθηση προσωπικής ταυτότητας. Συνεπώς, τα υποκείμενα συνήθως αναπτύσσουν πολύ ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με το μέρος στο οποίο ζουν. Αυτός ο δεσμός πολλές φορές αναφέρεται ως «place identity”. Αυτός ο όρος περιγράφει τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων και των τοποθεσιών δίνοντας έμφαση στο ρόλο που παίζει ο τόπος στη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας. Ο όρος αυτός μπορεί να θεωρηθεί μια γνωστική δομή που συμβάλει στις διαδικασίες κοινωνικής ταυτότητας και προσωπικής κατηγοριοποίησης. Αναπτύσσεται από τις δράσεις ένταξης του εαυτού μέσα σε ένα περιβάλλον μέσω καθημερινών ρουτινών. Ο όρος «place identity» επιτρέπει στο υποκείμενο να επιτύχει μια αίσθηση  «ανήκειν» και έναν σκοπό στη ζωή του. Ο δεσμός με τα μέρη/τοποθεσίες εμπλέκει ακόμα κοινωνικές σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, όπως προτείνεται από τους Αltman & Low (1992), οι τοποθεσίες  θα έπρεπε να θεωρούνται πλαίσια μέσα στα οποία διαπροσωπικές, κοινοτικές και πολιτισμικές σχέσεις συμβαίνουν, και πρόκειται για αυτές τις κοινωνικές σχέσεις, και όχι μόνο οι τοποθεσίες ως τοποθεσίες, όπου οι άνθρωποι συνδέονται (Cicognani, Menezes & Nata, 2011).

Είναι αλήθεια λοιπόν πως οι άνθρωποι, από πάντα, προσπαθούν να ενταχθούν σε ομάδες, να συνδεθούν με τον τόπο στον οποίο διαμένουν, ενώ ταυτόχρονα να κρατήσουν επαφή με τις ρίζες τους, δημιουργώντας κοινότητες. Η ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει τη γλώσσα του, την καταγωγή του και την ιστορία του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να ενσωματωθεί σε νέα πλαίσια και συνθήκες, σχετίζονται άμεσα με τη διαμόρφωση της ταυτότητας του και της αίσθησης του «υπάρχειν» και του «ανήκειν». Ένα υποκείμενο υπάρχει και συνεπώς ανήκει μέσα από την αλ noληλοεπίδραση και τη συνύπαρξη με τους άλλους ανθρώπους μέσα στον κοινωνικό δεσμό, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δική του ετερότητα και μοναδικότητα. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Baumeister, R. F., & Leary, M. R. (1995). The need to belong: desire for interpersonal attachments as a fundamental human motivation. Psychological bulletin, 117(3), 497.

Cicognani, E., Menezes, I., & Nata, G. (2011). University students’ sense of belonging to the home town: The role of residential mobility. Social IndicatorsResearch, 104(1), 33-45.

Hagerty, B. M., & Patusky, K. (1995). Developing a measure of sense of belonging. Nursing research, 44(1), 9-13.

photo credit: Kisha Bari ( makingbabiesinbrooklyn.com)